Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
«Στους άσπιλους τόπους της παιδικής και στους
λαχταρισμένους της εφηβικής γεωγραφίας συντελούνται πολλά απροσδόκητα
θαύματα. Η Ιώ ξεδιπλώνει χαριτωμένα το νηπιακό και μαθητικό λεύκωμα της
μικρής ζωηρής Πολίτισσας και μας ξεναγεί στη μυσταγωγία της διαμαντένιας
μνήμης της καθιστώντας μας κοινωνούς μιας άρτι παρελθούσας κοινωνικής
ζωής που διατηρούσε ακόμη πολλά από τα ιδιάζοντα στοιχεία της
κοσμοπολίτικης ώσμωσης του ξακουστού ευρωλεβαντίνικου Πέρα». Από τον πρόλογο του Θωμά Κοροβίνη
της Ελένης Γκίκα «Η
λαδομπογιά στον καμβά ενός ζωγραφικού έργου, όσο παλιώνει, γίνεται
διάφανη. Όταν συμβαίνει αυτό, μπορείς να δεις τις αρχικές γραμμές που
έθεσε ο δημιουργός. Το δέντρο φαίνεται μέσ’ από το φόρεμα μιας γυναίκας,
ένα παιδί παραμερίζει για να περάσει ο μισοσχεδιασμένος σκύλος, κάποιες
φιγούρες ξεπροβάλλουν πίσω από την ώχρα μιας πρόσοψης σπιτιού. Αυτό στη
ζωγραφική λέγεται “pentimento”, γιατί ο ζωγράφος άλλαξε γνώμη...» Λίλιαν Χέλμαν, Τζούλια. Με
μότο που αποτελεί, τελικά, και το κλειδί του βιβλίου, ο Γιάννης
Ξανθούλης υπογράφει μια ιστορία όπου εκδικείται το παρελθόν και οι
νεκροί διεκδικούν τη φωνή και το δίκιο τους. Φυσικά, όλα ξεκινούν
«επιστρέφοντας» – μήπως μια επιστροφή στα μυστικά και στα βασικά δεν
είναι όλη η ζωή μας; Αφηγητής,
ο Νικόδημος, ένα από τα πέντε παιδιά του δασκάλου, αυτός που επέζησε
μαζί με τη μεγάλη του αδελφή και τις δυο δίδυμες, εκείνος που ποτέ δεν
αξιώθηκε να ονομαστεί, όπως ο χαμένος του αδελφός, «ο γιος του
δάσκαλου». Έχει σπουδάσει και έχει ξενιτευθεί, εργάζεται ως επιμελητής
και, υποτίθεται, έχει ξεφύγει. Επιλέγοντας μια δική του «ενσυνείδητη
μοναξιά», ρίχνοντας μαύρη πέτρα σε ό,τι τον πόνεσε και τον βαραίνει. Στο
μυστήριο της αυτοκτονίας του «ωραίου αδελφού», στα μυστικά της «αγίας
τριάδας» με τους δυο εναπομείναντες πια ως γαμπρούς, πρώην φίλους.
Εξάλλου, όταν σκοτώθηκε ο Βασίλης, την αποκήρυξαν την αυτοκτονία στο
σπίτι, πρώτος ο δάσκαλος, όσο κι αν άφησε εκείνη στους πάντες και για
πάντα τη βαριά της σκιά. Διεκδικώντας την ύπαρξή της σαν σχέδιο που
διέγραψε ο ζωγράφος από ένα κομμάτι της πινακοθήκης του κόσμου. Έτσι,
μια βροχερή μέρα θα σταθεί αρκετή για να φτάσει στα χέρια του μεσήλικα
πια Νικόδημου το απαγορευμένο κομμάτι. Ένα βιβλίο σε κάποιο παλαιοπωλείο
με τον κινηματογραφικό τίτλο «Γεια σας, παιδιά», που του θυμίζει
ελληνικό τίτλο σε ταινία του Λουί Μαλ, θα του γυρίσει απροσδόκητα τις
σελίδες του χρόνου. Και μια άγνωστή του Μαρία Ιορδάνου, που υπογράφει,
μοιάζει να ξέρει καλά ό,τι αυτός και η οικογένειά του τόσα χρόνια
αγνοεί. Τι συνέβη ακριβώς «και έσπασε η φλέβα» εκείνο το χάραμα στου
αδελφού του το κεφάλι. Ολόκληρο
το βιβλίο είναι το χρονικό μιας επιστροφής σε ό,τι συνέβη και μας
πόνεσε που το ’σβησε η μνήμη, για να μπορέσουν να επιζήσουν οι
εναπομείναντες. Και ένα βιβλίο μες στο βιβλίο. Το «Γεια σας, παιδιά» της
Μαρίας Ιορδάνου που, απ’ ό,τι θα ανακαλύψει, ήταν ως τότε παραμυθού,
και το οποίο είναι η αλήθεια που λείπει στον χρόνο. Πανταχού
παρόντες μες στο βιβλίο θα είναι ως το τέλος οι δυο νεκροί: ο Βασίλης,
που δεν άντεξε, και ο δάσκαλος, που είχε σκηνοθετήσει τα πάντα. Η
κατέχουσα την αλήθεια, επίσης, μια συγγραφέας νεκρή. Κι αυτός που
αξιώνεται να τη μάθει ο φυγάς-γιος, ο Νικόδημος, που τον διέσωσε τελικά
«η αηδία του για το τέλειο». Με
δραματικά στοιχεία και ειρωνική αντιμετώπιση στο αμετάκλητο της ζωής, ο
Γιάννης Ξανθούλης υφαίνει αριστοτεχνικά ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων που
ολοκληρώνει νομοτελειακά σχεδόν την εικόνα του κόσμου. Με υπερφυσικά
πετάγματα από τον αθώο σαλό, η αιωνιότητα αποκαλύπτεται στο άδολο βλέμμα
για ένα ελάχιστο της στιγμής για να ξανασυνεχιστεί αμέσως μετά η
κανονικότητα της ζωής, μακριά, όμως, απ’ τον πλανήτη «Τριφύλλι» (το
όνομα του χωριού). Η μοναξιά των νεκρών θα συνεχίσει με τους δικούς της
κώδικες, αλλά προηγουμένως θα λάμψει το σκίτσο στο σώμα του κόσμου! Μεγάλος
μάστορας όσον αφορά τις αισθήσεις της μνήμης, ο Ξανθούλης θα ζωντανέψει
τα πάντα με εικόνες και μυρωδιές, με ξεχασμένους ήχους και με αφή, με
όλα εκείνα που μας χαράσσουν χαρακτήρα και υποσυνείδητο στη ζωή και στον
χρόνο. Μια ιστορία θανάτου, που μας χαρίζεται γενναιόδωρα ως ιστορία ζωής. Ατμόσφαιρα, μυστήριο και χαρακτήρες με όρια ασαφή, τελικά, υπαινίσσονται την ενδεχόμενη λύση στο αίνιγμα. Ο γιος του δάσκαλου Γιάννης Ξανθούλης Διόπτρα 310 σελ. Τιμή € 15,90
Διαβάζω το βιβλίο της Λίνας, φίλης των παιδικών χρόνων, και ειλικρινά το απολαμβάνω! Θα επανέλθω με τις εντυπώσεις μου
Λίγα προσωπικά λόγια για το βιβλίο της Λίνας:
Πρόσωπα
καπνός, αέρας, πνεύματα που ξεπηδούν μέσα από πίνακες ζωγραφικής στοιχειώνουν
τη ζωή των ηρώων του βιβλίου της Λίνας Θωμά.
Περιγραφές τοπίων σαν από
διάθλαση φωτός έρχονται να ζωγραφίσουν νέα τοπίακαι να πάρουν τη θέση του πραγματικού τόπου.
Με αυτά τα δύο
κυρίαρχα υλικά και με εξαιρετική ευφυία στο λόγο η συγγραφέας απέδωσε την «ζωή
κάπου αλλού» αλλά και τις υπόγειες οικήσεις της ψυχής μας, τον Άδηπου ξέρει καλά να κρατά σφαλισμένα τόσα και
τόσα μπαούλακαι πώς να τα
διαπραγματευτείς; Και όταν τα αδειάζεις τι θα βρεις;Περιεχόμενό τους τα καλά κρυμμένα μυστικά των
προηγουμένων που θα στοιχειώσουν τις ζωές των επομένων.
Κυρίαρχη
αίσθηση στο βιβλίο η μοναξιά και η
γύμνια της καθημερινότητας. Και ο πόνος πάνω από όλους και από όλα. Γιατί αυτός
ωριμάζει μαζί μας στο πέρασμα του χρόνου , όπως ωριμάζουμε και μεις μαζί του,
και βαθαίνει το νόημα της ζωής.
Ο χειροποίητος
πόνος είναι ο πιο δικός μας άνθρωπος. Ευρηματική νονά η Αμάγια, αλλά ακόμη
μεγαλύτερη η συγγραφέας που τον βάφτισε μέσα στα νερά του δικού της βυθού
καιεκεί φοβέρισε τους φόβους των
ηρώωντης, πραγματοποίησε τις
ανεκπλήρωτες επιθυμίες γιατί –σοφά- αυτό που φοβόμαστε είναι αυτό που
επιθυμούμε περισσότερο.
Και όσο και αν η ηρωίδα δεν
πολυπίστευε στην κοινωνικότητα του πόνου, γιατί ο πόνος είναι μοναχικό ζώο,
όπως κάπου είχε διαβάσει, τον έκανε στο τέλος-τέλος πιστό κατοικίδιο.
Τι παράξενο
που ακούστηκε το για να μπορέσει να ζήσει έκανε την πεθαμένη και αυτό κράτησε
για μια ολόκληρη ζωή !
Και όμως στο βιβλίο πράγματι ζωή και θάνατος
έγιναν ένα, όπως και το όνειρο για ζωή και η πραγματικότητά της.
Χάρηκα που ξανασυνάντησα μετά από τόσα χρόνια τη Λίνα σε μια
τέτοια διαδρομή ψυχής και λόγου!!
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014
Δύσκολη ημέρα η σημερινή. Ζέστη απελπιστική, βαθμολογίες και άντε να πεις αλήθειες, γονείς στα πρόθυρα νευρικής κρίσης-σε πόσα μαθήματα να κάνουμε φροντιστήριο;!-παράταση του σχολείου για μια ακόμη εβδομάδα...
λίγος Ελύτης για να δροσιζόμαστε
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014
Έκδοση αποτελεσμάτων σήμερα....
θα περίμενα κάποιος να μάς ρωτούσε κάποτε:
στη λογοτεχνία, ήταν δυνατόν παιδί της Α λυκείου να κατανοεί τον Τόπο μας του Σεφέρη και να απαντά σε ερωτήσεις κατανόησης, την ώρα που μέχρι το Μάρτη σχεδόν διδάσκαμε σχεδόν αποκλειστικά το τεχνικό μέρος των ποιημάτων; Ειρήσθω εν παρόδω, το κείμενο είναι αδίδακτο!
Πώς μπορεί ένα σχολείο να αισθάνεται τυχερό από μία κλήρωση και ένα άλλο άτυχο;
Πώς διαχειρίστηκαν τα παιδιά μια τόσο μεγάλη ύλη στην ιστορία, που με το καινούριο λύκειο και την επικείμενη αγιολόγηση οι τεμπέληδες καθηγητές κατάφεραν να ολοκληρώσουν;
Εν κατακλείδι, τι κέρδισαν από όλα αυτά οι μαθητές μας αλλά και εμείς;
Στις 24 του μήνα έχουμε την γενέθλια εορτή του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου: «Τ’ Αϊ-Γιαννιού του Λαμπαδάρη», εξ ου και το όνομα που δίνεται στον Ιούνιο «Αϊ-γιαννίτης» ή «Αγιογιαννίτης». Η γιορτή του είναι ταυτισμένη με δύο κύκλους εθίμων: με τον Κλήδονα αλλά και με τις φωτιές που ανάβονται την παραμονή της εορτής, απ' όπου προέρχονται και οι προσωνυμίες «Φανιστής» και «Ριζικάρης», αλλά και «Ριγανάς» επειδή εκείνη την ημέρα μάζευαν ρίγανη.
Αν και τα έθιμα αυτά της υπαίθρου, που τα κρατούσε ζωντανά στην πόλη η «γειτονιά», σιγά-σιγά λησμονιούνται, οι παλαιότεροι δεν μπορούν να ξεχάσουν τις παιδικές αναμνήσεις και τα πηδήματα πάνω από τις φωτιές τ’ Αϊ-Γιάννη. Αναμνήσεις που αναβιώνουν κάθε φορά που ακούγονται τραγούδια όπως εκείνο του Λευτέρη Παπαδόπουλου για ‘κείνο το Σάββατο κι απόβραδο στην Αριστοτέλους που «φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους/ τ' Αϊ-Γιάννη θα 'τανε θαρρώ’.» Ή εκείνο το άλλο του Μάνου Ελευθερίου: «Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές,/ του Άη Γιάννη/ Αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μού λες/ που ‘χουν πεθάνει;»
Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία Ένα αναγκαίον υστέρημα εις όλους περιττόν (κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τί χρησιμεύει;) Όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε φίλος λυρικός ποιητής ποζάρει επιμελώς και πείσμων στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων Όπως στο θερινό κινηματογράφο που δεν πειράζεται από τη νόηση των φιλησύχων ημερομισθίων της συνοικίας. Είμαστε συνεπώς πολύ ικανοποιημένοι πιστεύοντας —οψίμως— ασυζητητί σε σοφότατα προγονικά αποφθέγματα. Να πούμε το «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ» ή «μηδὲν ἄγαν» και τα παρόμοια Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή υποδήματα και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος Διηγούμαστε, εν κύκλω στενώ, πως τη ζωή μας τυράννησε
ένας άγονος έρωτας —πριν τόσα ή τόσα χρόνια— μια απασχόληση κι αυτό, να
μην τον έχεις ακόμα ξεχάσει Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε πως γράψαμε και στίχους —ω νεότης! μ’ ένα χαμόγελο συγκαταβατικό Ή διαβάσαμε την «Άννα Καρενίνα» σε μετάφραση αγνώστου κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες. Επιτέλους έναν χώρον απλούστατον, έστω 1 x 2, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία Άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιαίτερη ιδεολογία, όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε ιατρική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συμμετείχε στην ΕΠΟΝ.
Κατά τη διετία 1943-1944 ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού "Ξεκίνημα",
που ανήκε στον εκπολιτιστικό όμιλο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε
έντονη πολιτική δράση στο φοιτητικό κίνημα, για την οποία φυλακίστηκε το
1948, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.
Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951.
Την περίοδο 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη και
κατόπιν άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου για ένα διάστημα στη
Θεσσαλονίκη, ενώ το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Δημοσίευσε κείμενά του για πρώτη φορά στο περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και αργότερα στο φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα
(1944), του οποίου υπήρξε και αρχισυντάκτης για μία περίοδο. Ποιήματά
του, καθώς και κριτικές δημοσιεύτηκαν αργότερα σε αρκετά περιοδικά. Την
περίοδο 1959-1961 εξέδιδε το περιοδικό Κριτική, ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973).
Το 1986 του απονεμήθηκε το Α΄ Βραβείο ποίησης για το έργο του «Τα
Ποιήματα 1941-1971» και το 2002 το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας από τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία, ενώ το 1997 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ:
Δ ρ ό μ ο ι παλιοί
που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα..
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών.. να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες.. κι η πόλη νεκρή Την ασήμαντη παρουσία μου.. βρίσκω σε κάθε γωνιά Κάμε να σ’ α ν τ α μ ώ σ ω, κάποτε, φάσμα χαμένο.. του πόθου μου Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος.. να περπατώ κρατώντας Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη.. στις υγρές μου παλάμες.
(Και προχωρούσα... μέσα στη νύχτα
χωρίς... να γνωρίζω κανένανε
κι ούτε... κανένας με γνώριζε.)